Είστε εδώ
Αρχική > Απόψεις > Τι  παράξενα είδε ο Αμερικάνος που ήρθε για  καλοκαίρι στην Καστοριά  :(Γράφει ο Λεωνίδας Εκιντζόγλου)

Τι  παράξενα είδε ο Αμερικάνος που ήρθε για  καλοκαίρι στην Καστοριά  :(Γράφει ο Λεωνίδας Εκιντζόγλου)

– Ήρθε τις προάλλες ένας συμμαθητής παλιός από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παραγινωμένος με προγούλια

λιγότερα μαλλιά, περισσότερα κιλά και μια προφορά σαν του Αυλωνίτη όταν έπαιζε τον θείο από το Αμέρικα… Χαιρετηθήκαμε, φιληθήκαμε και μου ζήτησε να του δείξω τα αξιοθέατα.

,  Για δυο μέρες τον σεργιανούσα σ’ όποιο μέρος μπορούσα να φανταστώ ότι θα μπορούσε σε αυτόν τον τόπο να τραβήξει το ενδιαφέρον ενός ξένου τουρίστα. Αλλά στο τέλος ένα βράδυ μόλις πριν αναχωρήσει για θάλασσα με την οικογένεια του, όταν του ζήτησα έναν μίνι απολογισμό, πως του φάνηκαν όλα αυτά που τούδειξα, με εξέπληξε! Αντί να επικεντρωθεί στα σημεία, που με τόση επιλεκτικότητα είχα ξεδιαλέξει, αυτός εστίασε σε όλα τα άλλα. Έκανε μια γενική αποτίμηση της Καστοριάς, της αληθινής, της πραγματικής Καστοριάς, αυτηνής που επειδή την ζούμε καθημερινά σταματήσαμε όλως διόλου να την παρατηρούμε και να της δίνουμε σημασία. Κι όπως μου τάλεγε, οι ρόλοι αντεστράφησαν κι ήταν στο τέλος αυτός –ο ξένος- που άρχισε να ξεναγεί εμένα -τον ντόπιο- στο σκηνικό της καθημερινότητας μου. Οι αμερικάνοι κι οι αμερικανοποιημένοι δεν είναι σαν εμάς, δεν έχουν την γκρίνια την δική μας, να μεμψιμοιρούν για όλα. Εχουν μια αποστασιοποιημένη αντικειμενική ματιά που βλέπει τα σύκα-σύκα και την σκάφη-σκάφη. Δεν χαρίζονται και δεν κάνουνε εκπτώσεις.

Τα θετικά είναι για αυτούς εξίσου σημαντικά με τα αρνητικά και πέφτουν ίσα ακριβώς στο ζύγι. Ετσι η εικόνα που περιέγραψε φάνηκε όσο αληθινή θα μπορούσε να είναι. Αν είχα το θάρρος φυσικά να την παραδεχθώ. Όλα τα βουνά γύρω από την πόλη, παρατήρησε, ξαναπρασίνησαν. Το κλίμα έχει καταφανώς αλλάξει κι οι πολλές βροχές κι η μειωμένη ξύλευση ευνόησαν την βλάστηση. Ακόμα και μέσα στο δομημένο περιβάλλον η αναλογία πράσινου αυξήθηκε. Όταν είχε φύγει αυτός -στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα- δεν είχε επισυμβεί ακόμη η διαμόρφωση της νότιας παραλίας, δεν υπήρχε -ούτε καν σαν ιδέα- το πάρκο της Ολυμπιακής φλόγας και τα άλση του παλιού κέντρου απαρτίζονταν από κάτι καχεκτικά δεντρύλια. Η σημερινή εικόνα, αναγκάστηκα να το παραδεχθώ, είναι όντως σημαντικά διαφορετική.

Την λίμνη την βρήκε μου είπε παραδόξως το ίδιο καθαρή όσο την άφησε. Χρειάστηκε να του εξηγήσω ότι δεν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα και ότι η Ορεστιάδα διήνυσε έναν μεγάλο κύκλο μόλυνσης και επανάκαμψης χάρη στο τρυκ της ταχύτερης ανανέωσης των νερών της που εφαρμόζουμε τα τελευταία χρόνια ανοιγοκλείνοντας τις πόρτες του Γκιόλε.

Οι γκάλιες, που είχαν αρχίσει να χάνονται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 70, επανήλθαν πια στους πρότερους αριθμούς τους και τακτικότητα πραγματοποιούν τα καθιερωμένα τους πρωινά και βραδινά προσκλητήρια. Αυγάτισαν επίσης οι πάλε ποτέ ένδοξες αποικίες των μπακακαίων και ξανα-ακμάζουν οι πληθυσμοί των κύκνων, των μπιμπών, των παπιών, των νεοεισαχθέντων χηνών, κορμοράνων, πελεκάνων και τόσων ακόμα ειδών. Ο υδροβιότοπος της λίμνης δείχνει να έχει πάρει τα πάνω του… Δεν διέφυγε του φίλου μου η μείωση του αριθμού των ψαράδων. Παλαιότερες εποχές υπήρχαν εκατοντάδες άνθρωποι ακροβολισμένοι, με μακριά καλάμια στα χέρια, κατά μήκος των δύο μας παραλιών κι άλλοι τόσοι επιβιβασμένοι στα ‘καράβια’ καταμεσής στην Ορεστιάδα, με τα βαριά μπιζόβουλα παραμάσχαλα. Τα καράβια όμως όλο και λιγοστεύουν.

Οι παραδοσιακές μας αυτές βάρκες η μια μετά την άλλη αφήνονται να σαπίσουν και να βυθιστούν και δεν επισκευάζονται. Οι περισσότεροι επαγγελματίες ψαράδες αποσύρθηκαν κι οι καραβομαραγκοί εξέλειψαν. Από τους σύγχρονους λεμβούχους ερασιτέχνες αρκετοί προτίμησαν την λύση των θαλασσινών μικρών πλαστικών σκαφών. Γεμίσανε την λίμνη με δαύτα, αλλάζοντας δραστικά την σχηματική και χρωματική ομοιομορφία που αυτή κάποτε διέθετε. Η τύχη των αρχοντικών δεν του διέφυγε διόλου. ‘Ρήμαξε ο τόπος’ παρατήρησε. ‘Τίποτις δεν απόμκε!!’ Του εξήγησα το πρόβλημα με τους πολλούς κληρονόμους, την ανελαστικότητα των νόμων, την έλλειψη χρηματοδοτικών εργαλείων, την αδιαφορία της πολιτείας και τα νέα, ασύμβατα, πρότυπα ζωής. Κι οι κινηματογράφοι όλοι κλείσαν, είπε. Πάει το Παλλάδιο, το Ολύμπιο, το Όσκαρ, ο Ορφέας, το Παλλάς, το Ρεξ του Σμίλκου, πάει και η Έλλη, το πνευματικό μας κέντρο. Η επάνω αγορά, το ένδοξο Τσιαρσί μας που κάποτε έσφυζε από ζωή κι εμπορική κίνηση, έσβησε. Τι κάνετε μωρέ? Τι κάνετε? Τί να πεις! Εσκυψα το κεφάλι αποδεχόμενος το μερίδιο ευθύνης που μου ανήκει Την θέση όλων αυτών την πήραν οι καφετέριες και τα φαγάδικα. Θα πρέπει να αντιστοιχεί ένα μαγαζί σε κάθε κάτοικο αυτής της πόλης. Είναι έτσι? με ρώτησε. Κοντεύουμε παραδέχτηκα. Κάτι έπρεπε να κάνουν όλοι αυτοί που απέδρασαν από την γουνοποιία, κάπου έπρεπε να αράζουν όλοι αυτοί που κινούνται σαν νευρόσπαστα σε μια πόλη την μαστίζει η μεγαλύτερη ανεργία της Ελλάδας… Κι η γούνα? Πως αφήσατε να χαθεί η γούνα μέσα από τα χέρια σας? Ήμασταν ή δεν ήμασταν κάποτε η δεύτερη πηγή συναλλάγματος στην χώρα μετά τους εφοπλιστές? Ημασταν αλλά κύλησε πολύ νερό από τότε στα ποτάμια μας. Εγιναν λάθη. Λάθη απάνω σε λάθη. Δόθηκαν υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, καταστρώθηκαν σχέδια που αποδείχτηκαν ανέφικτα, υπήρξε εσωτερικός αμείλικτος και κακός ανταγωνισμός, πλακώσανε και εξωτερικά κοράκια στο τέλος που απομύζησαν την έσχατη ικμάδα της τέχνης μας…. άστα! Το νοσοκομείο όμως μεγάλωσε. Αν και ευθύς εξαρχής κτισμένο σε λαθεμένη τοποθεσία με εξαιρετικά προβληματική πρόσβαση το είδα να έχει απλώσει σαν την παράγκα του Καραγκιόζη. Μια πτέρυγα κολλημένη εδώ, μια άλλη πτέρυγα κολλημένη εκεί, σαν αστερίας έγινε, που όλο και του ξεφυτρώνουν καινούργια ποδάρια…. Και ΕΚΑΒ emegencies αποκτήσατε και πυροσβεστική, ολόκληρο σταθμό είδα και αστυνομία γέμισε ο τόπος, μέχρι με ποδήλατα κυκλοφορούν, αλλά οι ταχυδρόμοι εξαφανίστηκαν. Εξαφανίστηκαν και τα γράμματα. Γι αυτό. Μόνο ραβασάκια της εφορίας και των οργανισμών έρχονται πια με το ταχυδρομείο. Για τα δέματα έχουμε τα courier. Η πόλη όμως συνολικά ομόρφυνε παραδέχτηκε. Τακτοποιήθηκε, σινιαρίστηκε, εκείνο το χάος με τους μικρομέγαλους δρόμους που εδώ φαρδαίναν κι εκεί στενεύαν, έλειψε, στρώθηκαν τα καναγκιορίσια καλντερίμια, έγιναν πεζοδρόμια και πεζοδρομήσεις, μπήκαν φωτισμοί παντού μέχρι και στις γκαλιότρυπες. Κι αμα μαζεύατε και τα δεκάδες αδέσποτα που σεργιανούν… Είμαστε φιλόζωοι. Μας αρέσουν τα αδέσποτα μας. Τα ταίζουμε τα ποτίζουμε, τα αφήνουμε να κυνηγούν κάπου-κάπου τα αυτοκίνητα μας τα αφήνουμε και να μας δαγκώνουν… τα αγαπάμε τα αδέσποτα μας. Τώρα παλεύουμε να φέρουμε και τις αρκούδες του Γράμμου στην πόλη… Με κοίταξε για λίγο, μη μπορώντας να διακρίνει αν μιλούσα σοβαρά ή αν κορόιδευα. Φεύγω, μου είπε στο τέλος. Θα πάω λίγο θάλασσα με τα παιδιά και μετά θα γυρίσω πίσω στα states. Θα ξανάρθω -θεού θέλοντος- όταν γεράσω. Κοίτα να μην ισοπεδώσετε την πόλη μας έως τότε… Του το υποσχέθηκα σταυρώνοντας τα δάκτυλα πίσω από την πλάτη μου.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
Wordpress balloons powered by nksnow