-
Αρχική > Σκοτεινά Μονοπάτια Του Εγκλήματος > Σωτηρία Μπέλλου: Το βιτριόλι, η φυλακή και η γνωριμία με τον Βασίλη Τσιτσάνη

Σωτηρία Μπέλλου: Το βιτριόλι, η φυλακή και η γνωριμία με τον Βασίλη Τσιτσάνη

Η υπόθεση της όμορφης 34χρονης κοπέλας στην Καλλιθέα μπορεί να σόκαρε την κοινή γνώμη αλλά παράλληλα ξύπνησε μνήμες, καθώς στο παρελθόν έχουν ξανά συμβεί τέτοιου είδους φρικτές επιθέσεις.

Τα σκοτεινά μονοπάτια του εγκλήματος γυρνάνε το χρόνο και ξετυλίγουν το κουβάρι της ιστορίας της Σωτηρίας Μπέλλου.
Η τελευταία ρεμπέτισσα του ελληνικού τραγουδιού, γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου του 1921 σε ένα χωριό της Χαλκίδας και μεγάλωσε μέχρι τα έξι της χρόνια με τη γιαγιά και τον ιερέα παππού της. Οι γονείς της διατηρούσαν μπακάλικο και επειδή δούλευαν πολλές ώρες, ανέθεσαν την ανατροφή στους παππούδες. Η Σωτηρία είχε άλλα τέσσερα αδέρφια και μεγάλωσε δίπλα στον ιερέα παππού της. Ως παιδί περνούσε πολλές ώρες στην εκκλησία, όπου έψελνε και διασκέδαζε να χτυπά την καμπάνα.
Όταν έκλεισε τα έξι, επέστρεψε στο πατρικό της και τους γονείς της για να γραφτεί στο σχολείο. Παρόλο που μεγάλωσε με έναν ιερέα, η ίδια περιγράφει τον εαυτό της σαν “διαβολάκι”. Ήταν άτακτη πείραζε τους γύρω της και ήταν πολύ απαιτητική και πεισματάρα. Αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα της χρησιμοποίησε για να καταφέρει αργότερα να κάνει πράξη το όνειρό της.
Η ιδέα μπήκε στο μυαλό της όταν ήταν ακόμη μαθήτρια και είδε στον κινηματογράφο την ταινία “Προσφυγοπούλα” με τη Σοφία Βέμπο. Την περίοδο εκείνη, ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψει, να κάνει οικογένεια και να ζήσει μια ήσυχη ζωή στο χωριό. Η ζωή της όπως αποδείχθηκε μόνο ήσυχη δεν ήταν.
Το 1938 η Μπέλλου γνώρισε τον Βαγγέλη Τριμούρα, έναν ελεγκτή λεωφορείων που τη φλέρταρε και μετά από λίγους μήνες παντρεύτηκαν.
Ο έγγαμος βίος όμως ήταν μαρτύριο για εκείνη. Ο άντρας της ξενυχτούσε καθημερινά, έπινε και όταν εκείνη του έκανε παράπονα τη χτυπούσε. Όταν ήταν έγκυος, τη χτύπησε τόσο πολύ, που τελικά απέβαλε. Η Μπέλλου έκανε υπομονή και δεν έπαιρνε την απόφαση να χωρίσει.
Όταν έμαθε ότι ο σύζυγός της την απατούσε έχασε την ψυχραιμία της και κατά τη διάρκεια ενός καυγά, του έριξε βιτριόλι στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγεί στη φυλακή.
Η αρχική ποινή ήταν 3 χρόνια φυλάκιση, αλλά τελικά έμεινε κρατούμενη 6 μήνες. Η φυλακή όμως τη στιγμάτισε για πάντα. Επέστρεψε στο σπίτι της, αλλά πλέον ήταν δακτυλοδεικτούμενη τόσο από την οικογένειά της, όσο και από την τοπική κοινωνία.
Μετά από προστριβές με τους δικούς της μετακομίζει στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1940 ακριβώς με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, και δίνει μόνο αγώνα για την επιβίωση. Μετά από την απελευθέρωση και αφού έχει γνωρίσει την αγριότητα και τις εμφυλιοπολεμικές διώξεις, γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Το 1947 προσελήφθη ως τραγουδίστρια σε ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στην Αθήνα με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος, την ανακάλυψε και του οποίου τα τραγούδια είναι τα πιο σημαντικά του ρεπερτορίου της. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποιες επιτυχίες της, όπως: “Συννεφιασμένη Κυριακή”, “Τα Καβουράκια” και “Όταν Πίνεις Στην Ταβέρνα” του Βασίλη Τσιτσάνη, με τις οποίες καθιερώθηκε στο χώρο της λαϊκής μουσικής.
 Αυτή ήταν και η ιστορία της Σωτηρίας Μπέλλου, μία αγαπημένη φωνή του ρεμπέτικου. Μια γυναίκα με πολυτάραχη ζωή αλλά και μια γυναίκα με μεγάλη προσωπικότητα. Απεβίωσε στις 27 Αυγούστου του 1997 στο Νοσοκομείο Μεταξά.
Οι στίχοι αυτού του τραγουδιού θυμίζουν κάπως τη ζωή της και το στενάχωρο τέλος της: “Περιπλανώμενη ζωή, περιπλανώμενο κορμί. Απ’ τις βαθιές μου τις πληγές το αίμα αργοσταλάζει και τώρα που ζητώ στοργή κάνεις δεν με κοιτάζει. Τον πόνο έχω αδερφό μα τον κρατώ βαθιά κρυφό. Δεν έχω φίλους για να πω το ντέρτι που με καίει, να ξαλαφρώσω την καρδιά που μέρα νύχτα κλαίει”.
Πηγές: koutipandoras.gr
             mixanitouxronou.gr
            Wikipedia

 

Top