-
Αρχική > Ελλάδα > Διαβήτης τύπου 2: Τα προειδοποιητικά συμπτώματα στην εφηβεία

Διαβήτης τύπου 2: Τα προειδοποιητικά συμπτώματα στην εφηβεία

Ο τύπου 2 διαβήτης είναι η πιο συχνή μορφή διαβήτη και σχετίζεται πρωτίστως με τον τρόπο ζωής. Το 80% των ασθενών είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

Έχει μέση ηλικία εμφάνισης τα 45 χρόνια, ενώ την τελευταία δεκαετία αυξάνονται τα κρούσματά του στους εφήβους και στους νεαρούς ενήλικες (20άρηδες και 30άρηδες) εξαιτίας του πάχους και της καθιστικής ζωής.

Ο τύπου 2 εμφανίζεται βαθμιαία και αναπτύσσεται επί μήνες ή χρόνια πριν από τη διάγνωση. Αυτό οφείλεται στο ότι οι αυξήσεις στο σάκχαρο δεν είναι πολύ μεγάλες και έτσι δεν προκαλούν συμπτώματα (αυτά εμφανίζονται όταν το πρωινό σάκχαρο υπερβεί τα 180 mg/dl).

Σύμφωνα με νέα αμερικανική μελέτη, οι έφηβοι με μειωμένη καρδιοαναπνευστική ικανότητα και κακή μυϊκή δύναμη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη τύπου 2, ανεξαρτήτως σωματικού βάρους.

Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής «Icahn» της Νέας Υόρκης μελέτησαν στοιχεία για περισσότερους από ένα εκατομμύριο 18χρονους στρατιώτες του Σουηδικού Στρατού, την περίοδο 1969-1997. Κανείς δεν είχε ιστορικό διαβήτη.

Διαβήτης τύπου 2: Τα προειδοποιητικά συμπτώματα στην εφηβεία

Οι συμμετέχοντες είχαν τεθεί υπό ιατρική παρακολούθηση έως το 2012 και οι επιστήμονες κατέγραφαν παράλληλα τις διαγνώσεις διαβήτη σε εθνικά νοσοκομεία και εξωνοσοκομειακά αρχεία.

Περίπου το 2%, δηλαδή 34.000 άνδρες διαγνώστηκαν εν τέλει με διαβήτη, με τους μισούς να νοσούν μετά την ηλικία των 46 ετών.

Όσοι είχαν λιγότερο καλή φυσική κατάσταση σε ηλικία 18 ετών είχαν τριπλάσια πιθανότητα να διαγνωστούν με διαβήτη, συγκριτικά με όσους είχαν καλύτερες μετρήσεις ως προς την αερόβια ικανότητα και δύναμη, ακόμα και στην περίπτωση που είχαν φυσιολογικό Δείκτη Μάζας Σώματος σε νεαρή ηλικία.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής συγγραφέα της έρευνας Δρ Κάσεϊ Κραμπ, το επίπεδο σωματικής δραστηριότητας και η γενετική είναι παράμετροι που καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την φυσική κατάσταση του ατόμου. «Αλλά η σωματική δραστηριότητα είναι κάτι που μπορεί να τροποποιηθεί εύκολα» τονίζει.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Annals of Internal Medicine.

 

ΠΗΓΗ: www.onmed.gr

Top